φοροδιαφυγή και αντιμετώπιση

φοροδιαφυγή και αντιμετώπιση

Η φοροδιαφυγή στην Ελλάδα έχει λάβει πλέον τεράστιες διαστάσεις, με την πλειοψηφία των επιχειρήσεων και επαγγελματιών (ιδιαίτερα στις τουριστικές περιοχές) να μην εκδίδουν απόδειξη για τα έσοδά τους, με αποτέλεσμα το Κράτος να χάνει εκατοντάδες εκατομμύρια από τους φόρους επί των εσόδων που δεν δηλώθηκαν και έτσι να ζητά κάθε τόσο από τις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις την κάλυψη των ελλειμμάτων αυτών.

Το αποτέλεσμα βέβαια αυτό, μειώνει ακόμη περισσότερο την αγοραστική δύναμη των Ελλήνων καταναλωτών, αφού όχι μόνο οι τιμές καλπάζουν ενώ ο μισθός τους μειώνεται αλλά επιβαρύνονται και με τον ΦΠΑ 23% επί των αγορών τους, τον οποίο ναι μεν τον χρεώνονται και τον πληρώνουν αλλά ο επιχειρηματίας τον βάζει στην τσέπη και δεν τον αποδίδει. Πληρώνουν δηλαδή και «καπέλο» 23% στα ήδη ακριβά προϊόντα.

Η πάταξη αυτών των περιπτώσεων είναι βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνει με επιτόπιους ελέγχους που πραγματοποιούνται στις επιχειρήσεις είτε προληπτικά είτε μετά από καταγγελία. Η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να φέρει αποτέλεσμα αφού είναι αδύνατον οι αρμόδιες υπηρεσίες να ανταποκριθούν τόσο γιατί δεν έχουν το απαραίτητο προσωπικό αλλά και γιατί δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος των απαραίτητων μετακινήσεων των ελεγκτών για τόσες χιλιάδες περιπτώσεις.

Και βεβαίως όλοι γνωρίζουν και λίγο έως πολύ έχουν δει τι συμβαίνει λίγο πριν την άφιξη των ελεγκτών πχ σε κάποιο νησί, όπου μία – δύο μέρες πριν ή έστω και το πρωί της ημέρας άφιξης των ελεγκτών, δεκάδες επιχειρήσεις έχοντας ενημερωθεί, κλείνουν ώστε να μην ελεγχθούν. Και ακόμη και αυτές στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις μετά από την διαπίστωση παραβάσεων, την επόμενη κιόλας μέρα επιστρέφουν στην ασύδοτη φοροδιαφυγή τους. Εκτός από όλα αυτά, είναι σίγουρο ότι η πραγματοποίηση επιτόπιων ελέγχων δημιουργεί και γόνιμη βάση για ενδεχόμενη δωροδοκία των ελεγκτών.

Μόνη λύση για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος είναι αυτή που θα δώσουν οι ίδιοι οι καταναλωτές που έρχονται σε καθημερινή συναλλαγή με τους παραβάτες. Αυτοί οι καταναλωτές, μπορούν να αποτελέσουν όχι τους ελεγκτές αλλά αυτούς που θα αναγκάσουν την επιχείρηση που φοροδιαφεύγει να εκδώσει απόδειξη και να αποδώσει φόρους .

Όμως, για να ζητάνε απόδειξη οι καταναλωτές, πρέπει να δοθεί ένα κίνητρο .  Και το κίνητρο είναι να αντιληφθούν ότι έχουν και πραγματικά να έχουν σημαντικό όφελος από την συγκέντρωση αποδείξεων. Άλλωστε, το ισχύον καθεστώς φοροελάφρυνσης από την συγκέντρωση αποδείξεων είναι και ανώφελο και άδικο. Διότι, ένας φορολογούμενος που έχει αποδεδειγμένα πληρώσει πχ. 10.000 € για αγορά προϊόντων και υπηρεσιών και διαθέτει αποδείξεις για τις αγορές του αυτές, θα έπρεπε αν έχει εισόδημα πχ. 20.000 € να φορολογηθεί για 10.000 €. Αυτό είναι το σωστό και δίκαιο καθώς τα 10.000€ που έχει ξοδέψει τα έχει συγκεντρώσει από τον μισθό του, οπότε γιατί να φορολογηθεί τελικά πχ. για 19.000 αντί για 10.000, δηλαδή να φορολογηθεί και για το μέρος του μισθού του που το έχει αποδεδειγμένα ξοδέψει σε αγορές των οποίων ο φόρος διά του ΦΠΑ έχει ήδη εισπραχθεί από το Κράτος ;

Πρέπει λοιπόν να εφαρμοστεί ένα απλούστερο, κατανοητότερο , δικαιότερο και πιο πρόσφορο  σύστημα για τις αγορές. Σύμφωνα με αυτό δεν θα υπάρχει διάκριση μεταξύ του είδους κάθε δαπάνης (πχ. ιατρική, αγαθών και υπηρεσιών, διδάκτρων, ενοικίων) αλλά θα αθροίζονται όλες οι δαπάνες του έτους και θα αφαιρούνται από το συνολικό εισόδημα. Το ποσό που θα προκύπτει θα είναι το εισόδημα που θα φορολογείται.

Έτσι, οι φορολογούμενοι θα νιώσουν ότι υπάρχει φορολογική δικαιοσύνη ενώ αυτή την περίοδο της κρίσης που κάθε οικογένεια μαστίζεται από περικοπές και φόρους, θα υπάρξει μια ελάφρυνση στους φορολογούμενους που θα είναι δίκαιη και σημαντική, χωρίς καμία απώλεια εσόδου για το Κράτος. Και μάλιστα επειδή ο τρόπος αυτός είναι ξεκάθαρος, όλοι θα κατανοήσουν άμεσα το όφελος που έχουν να ζητάνε απόδειξη και αυτό θα πράττουν.

Το Κράτος όχι μόνο δεν θα χάσει με την εφαρμογή αυτού του τρόπου αλλά θα κερδίσει πολλαπλάσια αφού πολύ γρήγορα θα συγκεντρώσει τεράστια ποσά από την φορολόγηση των επιχειρήσεων που εκδίδοντας πλέον απόδειξη για κάθε τους έσοδο, θα φορολογούνται για τα πραγματικά τους έσοδα που είναι πολλές φορές πολλαπλάσια αυτών που εμφανίζουν.

Επίσης, με την απαίτηση από τους καταναλωτές για έκδοση αποδείξεων στις αγορές τους, θα αντιμετωπιστεί και το παρεμπόριο που αποτελεί μάστιγα για τις επιχειρήσεις, κίνδυνο για τους καταναλωτές και τεράστια ποσά επιπλέον ανείσπρακτων φόρων.

Άλλωστε, δεν τους ζητείται να καταβάλλουν φόρους για χρήματα που δεν εισέπραξαν αλλά για ποσά που εισέπραξαν και μάλιστα και για επιπλέον που εισέπραξαν σε βάρος των καταναλωτών (ΦΠΑ).

Έτσι αντιμετωπίζεται και η αδικία που βιώνουν οι τυπικές επιχειρήσεις που εκδίδουν αποδείξεις και ενώ αυτές φορολογούνται άλλες αναπτύσσονται και εκσυγχρονίζονται με τα χρήματα που δεν έχουν δηλώσει, δημιουργώντας έναν αθέμιτο ανταγωνισμό και εξωθώντας τις τυπικές επιχειρήσεις είτε να κάνουν το ίδιο είτε να κλείσουν.

Ουσιαστικά το μόνο που μένει να γίνει σε αυτή την περίπτωση είναι να δημιουργηθεί ένα σύστημα συγκέντρωσης – καταγραφής των αποδείξεων ώστε να μην χρειάζεται κάθε φορολογούμενος να συγκεντρώνει εκατοντάδες αποδείξεις που θα είναι τεράστιος όγκος γι τους υπαλλήλους των Δ.Ο.Υ. που θα τις παραλάβουν και θα τις ελέγξουν.

Η πρόσφατα εφαρμοσμένη «κάρτα αποδείξεων» θα μπορούσε να είναι μια αποτελεσματική μέθοδος αλλά δεν είχε επιτυχία καθώς δεν υπήρχε αποτελεσματική ενημέρωση για την χρήση της, δεν είχε προηγηθεί η τοποθέτηση των αναγνωστών της κάρτας σε όλες τις επιχειρήσεις, ενώ οι ηλικιωμένοι δυσκολεύονταν αρκετά στην χρήση της.

Ήταν όμως ένα θετικό βήμα.

Για τα καλύτερα αποτελέσματα και προκειμένου να αποτραπεί για μια απόδειξη να μην εκδοθεί ή να εκδοθεί και να ακυρωθεί μετέπειτα, θα έπρεπε:

  • Υποχρεωτικά η επιχείρηση να εκδίδει την απόδειξη πριν να «περάσει» την απόδειξη στην κάρτα ή ταυτόχρονα.
  • Η απόδειξη να συνοδεύει την κάρτα που η επιχείρηση θα δώσει με το πέρας της συναλλαγής πίσω στον φορολογούμενο.

Τα παραπάνω φανερώνουν απλά και ξεκάθαρα ότι υπάρχει άμεση, σχεδόν ανέξοδη και ρεαλιστική λύση για την σύντομη αντιμετώπιση του μεγαλύτερου όγκου της φοροδιαφυγής με την εισροή παράλληλα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στα ταμεία του Κράτους και την τεράστια ελάφρυνση των μισθωτών και συνταξιούχων.

Αυτό που μένει, είναι να παρθούν οι σωστές αποφάσεις. Και όχι γενναίες αποφάσεις, γιατί δεν είναι δυνατόν μια απόφαση να είναι τόσο εύκολη και ωφέλιμη για τον λαό και να χρειάζεται γενναιότητα για να ληφθεί (άλλωστε γενναιότητα απέναντι σε τί ;).

Print Friendly, PDF & Email

Leave A Reply